- Έ ωρή ξύπνα, άκουσα από πάνω μου σαν από το υπερπέραν, μια χοντρή γεροντική φωνή και ένιωσα το μπαστούνι να μου σκουντάει τα ποδάρια… Ίσως κινήθηκα λίγο, μα δεν πετάχτηκα όρθια και έτσι ξανάκουσα τη φωνή να μου λέει…
- Έ μαράνο, σήκω κακό στο σπίτι που σ'έχουνε, θα περάσει το λεωφορείο και πρέπει να πάμε στη χώρα…
Χαμογέλασα κάτω από τα σκεπάσματα και ασυναίσθητα πήρα το ξυπνητήρι να δω την ώρα. Ήταν 5:50 π.μ και το λεωφορείο θα περνούσε στις 7 π.μ περίπου. Φώναξα ένα καλά για να φύγει ο παππούς από το δωμάτιο και χώθηκα ξανά στη ζεστασιά του κρεβατιού μου.
Ο παππούς!!! Τι γλυκούλης! Και τι αγωνία έχει για το λεωφορείο. Αν μπορούσε θα μας σήκωνε πριν τις πέντε για να το περιμένουμε στο δρόμο, μα τι να κάνουμε, έτσι ήταν και δε θα τον αλλάζαμε εμείς… Και όταν έφυγε για τη στάση γύρω στις 6:20 αποφάσισα να σηκωθώ. Τη μουρμούρα του την άκουγα μέχρι που έστριψε στη γωνία του σπιτιού!!! Εφτά και δέκα πέρασε το λεωφορείο! - Βλέπεις; Του λέω. - Ω! Έτυχε που είχε επιβάτες!! Και πολλές στάσεις, μου είπε, μισογελώντας που ... το προφτάσαμε!!!
Είχαμε να πάμε στη Χώρα για ψώνια. Μας είχε τάξει να μας φτιάξει κρεατόπιτα! Εγώ και ο αδερφός μου ο Νικόλας χαιρόμασταν να πηγαίνουμε μαζί του στο Αργοστόλι. Πήγαινε μπροστά με το μπαστούνι του και οι πιο πολλοί τον χαιρετούσαν… - Γεια σου μπάρμπα Βαγγέλη, ακούγαμε συνεχώς… Αφού παίρναμε όλα τα απαραίτητα(ψάχνωντας εξονυχιστικά όλη την αγορά του λιμανιού με τα φρούτα και τα λαχανικά από πάνω ως κάτω έχοντας ως σημείο συνάντησης το ανήψι) , πάντα φυσικά γραμμένα στο δικό του μοναδικό μπλοκάκι – το πακέτο απ’ τα τσιγάρα του – ή πηγαίναμε στο ΚΤΕΛ να πάρουμε το λεωφορείο των δέκα, ή αν ήταν πολύ αποσταμένος φώναζε τον κυρ Αντώνη με το ταξί… Μαζεύαμε τις τσάντες μας με προσοχή(ο Νικόλας φυσικά τις πιο πολλές), ακούγωντας συνεχώς - Προσέξτε μαγκούφια μην ξεχάσετε καμία…
Μόλις φτάναμε στο χωριό εγώ φυσικά χωνόμουν ξανά στο κρεβάτι, αφού πρώτα έτρωγα την τυρόπιτά μου από το Σέσουλα, και μέχρι να κοιμηθώ άκουγα τη μουρμούρα του για την αναισθησία μου και φυσικά τον σιγοντάριζε από πίσω και η γιαγιά, έτσι για ποικιλία…
- Σιόρα δε θα’ ρθεις να φάμε; Άκουσα 2 – 3 ώρες αργότερα όταν το τραπέζι ήταν έτοιμο. Και δεν έμπαινε τότε στο δωμάτιο να μουρμουρίσει γιατί βέβαια το φαγητό δε θα έφευγε από το τραπέζι, αλλά έβλεπα τη μουσουδίτσα του στο άνοιγμα της πόρτας μου… Σηκώθηκα και μια όμορφη μυρουδιά έφτανε από τη κουζίνα… Μοσχοβόλαγε η κρεατόπιτα του παππού και της γιαγιάς, φτιαγμένη με τα χέρια τους, μα πιο πολύ με την απέραντη αγάπη τους για μένα.
Τρώγαμε ευχαριστημένοι, ακούγοντας φυσικά από το παππού να λέει στη γιαγιά «Μη το κουράζεις το μαγκούφι, έσκαβε μέχρι τώρα» και τη γιαγιά να σηκώνει αμέσως και να του δείχνει τα ταλαιπωρημένα χέρια της λέγοντάς του «Μα δε βλέπει μωρέ Βαγγέλη τα ταλαιπωρημένα χέρια μου που δε μπορώ ούτε να χτενιστώ και αυτή η αναίσθητη κοιμάται και εμείς τρέχουμε να της τα προκάμουμε όλα;», «Περίμενε από δαύτους και θα σωθείς» απαντούσε στωικά ο παππούς και συνέχιζε το τσιγάρο του αφού βέβαια μας άκουγαν τα μισά Σιμωτάτα μέχρι να πάρει η γιαγιά τα χάπια της!!!
«Παππουλέτο είσαι υπέροχος. Η πίτα ήταν τέλεια», είπα μόλις τελείωσα. Τους φίλησα και τους δυο και του είπα να μη κουνιστεί από την πατροπαράδοτη καρέκλα του μέχρι να γυρίσω. Και να μαι σε λίγο, καθιστή μπροστά του με ένα τετράδιο, έτοιμη να γράψω τη συνταγή της κρεατόπιτας του παππού
- Σημασία έχει να ξέρεις να διαλέγεις το κρέας. Πάντα να παίρνεις μισό τράγιο μπούτι και μισό χοιρινό. Θα το πλένεις καλά και θα το κόβεις μπουκιές. Όχι μεγάλες, πρόσεχε!
- Θα βάζεις στην κατσαρόλα κομμένο κρεμμύδι, λίγο σκόρδο, λάδι, αλάτι και πιπέρι. Θα το τσιγαρίσεις και θα ρίχνεις το κρέας. Αφού τσιγαριστεί θα ρίχνεις ένα ποτήρι κρασί και θα το αφήσεις να σιγοβράζει. Θα προσθέσεις νερό, ψιλοκκομένη πατάτα(κυβάκια), χυμό ντομάτας. Αν θες και λίγη κανέλα.
- Αφού μαγειρευτούν λίγο, τα βγάζεις από τη φωτιά, βάζεις λίγο ρύζι για να πάρει τα υγρά, τα ανακατεύεις και αν θες προσθέτεις και αρωματικά τυριά και τα ανακατεύεις καλά.
- Έχεις στρωμένο στο ταψί το φύλλο, ρίχνεις τη γέμιση και το σκεπάζεις με το πάνω φύλλο.
- Στο φύλλο να βάζεις πάντα κρασί όταν το ζυμώνεις για να γίνεται τραγανιστό. Ραντίζεις με νερό το φύλλο και βάρτο το ταψί στο φούρνο να τη ψένεις.
- Όταν τελειώσει το ψήσιμο την ξαναγυρίζεις και αφού κρυώσει λίγο την κόβεις…
- Τώρα παράτα με γιατί είμαι αποσταμένος και πάω να μπατάρω λίγο. Κλείσε τις πόρτες μη μπούνε οι γάτες και τα κάνουν όλα λαμπόγυαλο. Μην αργήσεις ωρή γριά να ρτεις να ξεκουραστείς και εσύ λίγο… Μη πω το κεφάλι σου, ξέχασες το ένα χάπι… Πάρτο και έλα…
Γλυκιέ μου παππού και γιαγιά θα σας θυμάμαι πάντα με όλη μου την αγάπη,
η εγγονή σας ,
Κωνσταντίνα
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

κακό στο σπίτι που σ'έχουνε με κατασυγκίνησες...
ΑπάντησηΔιαγραφήΟ μαράνος υπ' αριμόν 1!!!!!!!!
Από τις πιο γλυκές και χαρακτηριστικές φιγούρες μέσα στα Σιμωτάτα ήταν σίγουρα ο μπαρμπα- Βαγγέλης και η θεια Σοφία!Κάθε απόγευμα βόλτα στο χωριό μπροστά ο μπαρμπας με το μπαστούνι του και πίσω η θεία Σοφία! Ποτέ δεν θα ξεχάσω τη φωνή του να ψέλνει στην εκκλησία και φυσικά τις καραμέλες και τις τσίχλες που μας έδεινε όταν παίζαμε στην αυλή με τη Σοφία(νεότερη)...:-)Οι πιο γλυκές εποχές...Αξέχαστη άνθρωποι όλη η γενιά των παππούδων μας!Θα τους θυμόμαστε Παντα!
ΑπάντησηΔιαγραφήΚατερίνα Θ.!
Ο μαράνος υπ'αριθμόν 1 για όποιον δεν κατάλαβε είναι η θείτσα μου!!!!
ΑπάντησηΔιαγραφήΜπράβο ρε Ντίνα! Πολύ ωραίο κείμενο. Είμαι σίγουρος οτι τώρα και οι δύο χερακι χεράκι απο εκει που είναι θα είναι γεμάτοι χαρα που η εγγονή τους τους θυμάτε με τόση αγάπη και νοσταλγεί τις στιγμές που περάσατε μαζι. Πραγματικά τέτοιοι άνθρωποι δεν υπάρχουν και δεν θα ξαναυπάρξουν. Όσσο για την κρεατόπιτα όσοι την έχουν φάει ξέρουν για τι πράμα μηλάμε, οι υπόλοιποι απλά χάνουν.
ΑπάντησηΔιαγραφήΒάγγελας.
Πάρα πολύ όμορφη ανάμνηση!!!Το κείμενό σου έφερε στην μνήμη μου τους δικούς μου παππούδες. Ο θεός να τους αναπαύει όλους!!!Εύχομαι κάποια στιγμή να τους ξαναδώ!!!
ΑπάντησηΔιαγραφήΠολύ γλυκό εκ μέρους σου. Και αυτές οι καθημερινές εικόνες, μας μένουν για να θυμόμαστε και να χαμογελάμε στην ανάμνηση των αγαπημένων μας προσώπων.
ΑπάντησηΔιαγραφή