Κυριακή 15 Μαρτίου 2009

Η ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΤΙΚΗ ΚΡΕΑΤΟΠΙΤΑ ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥΛΕΤΟΥ ΜΟΥ

- Έ ωρή ξύπνα, άκουσα από πάνω μου σαν από το υπερπέραν, μια χοντρή γεροντική φωνή και ένιωσα το μπαστούνι να μου σκουντάει τα ποδάρια… Ίσως κινήθηκα λίγο, μα δεν πετάχτηκα όρθια και έτσι ξανάκουσα τη φωνή να μου λέει…
- Έ μαράνο, σήκω κακό στο σπίτι που σ'έχουνε, θα περάσει το λεωφορείο και πρέπει να πάμε στη χώρα…
Χαμογέλασα κάτω από τα σκεπάσματα και ασυναίσθητα πήρα το ξυπνητήρι να δω την ώρα. Ήταν 5:50 π.μ και το λεωφορείο θα περνούσε στις 7 π.μ περίπου. Φώναξα ένα καλά για να φύγει ο παππούς από το δωμάτιο και χώθηκα ξανά στη ζεστασιά του κρεβατιού μου.
Ο παππούς!!! Τι γλυκούλης! Και τι αγωνία έχει για το λεωφορείο. Αν μπορούσε θα μας σήκωνε πριν τις πέντε για να το περιμένουμε στο δρόμο, μα τι να κάνουμε, έτσι ήταν και δε θα τον αλλάζαμε εμείς… Και όταν έφυγε για τη στάση γύρω στις 6:20 αποφάσισα να σηκωθώ. Τη μουρμούρα του την άκουγα μέχρι που έστριψε στη γωνία του σπιτιού!!! Εφτά και δέκα πέρασε το λεωφορείο! - Βλέπεις; Του λέω. - Ω! Έτυχε που είχε επιβάτες!! Και πολλές στάσεις, μου είπε, μισογελώντας που ... το προφτάσαμε!!!
Είχαμε να πάμε στη Χώρα για ψώνια. Μας είχε τάξει να μας φτιάξει κρεατόπιτα! Εγώ και ο αδερφός μου ο Νικόλας χαιρόμασταν να πηγαίνουμε μαζί του στο Αργοστόλι. Πήγαινε μπροστά με το μπαστούνι του και οι πιο πολλοί τον χαιρετούσαν… - Γεια σου μπάρμπα Βαγγέλη, ακούγαμε συνεχώς… Αφού παίρναμε όλα τα απαραίτητα(ψάχνωντας εξονυχιστικά όλη την αγορά του λιμανιού με τα φρούτα και τα λαχανικά από πάνω ως κάτω έχοντας ως σημείο συνάντησης το ανήψι) , πάντα φυσικά γραμμένα στο δικό του μοναδικό μπλοκάκι – το πακέτο απ’ τα τσιγάρα του – ή πηγαίναμε στο ΚΤΕΛ να πάρουμε το λεωφορείο των δέκα, ή αν ήταν πολύ αποσταμένος φώναζε τον κυρ Αντώνη με το ταξί… Μαζεύαμε τις τσάντες μας με προσοχή(ο Νικόλας φυσικά τις πιο πολλές), ακούγωντας συνεχώς - Προσέξτε μαγκούφια μην ξεχάσετε καμία…
Μόλις φτάναμε στο χωριό εγώ φυσικά χωνόμουν ξανά στο κρεβάτι, αφού πρώτα έτρωγα την τυρόπιτά μου από το Σέσουλα, και μέχρι να κοιμηθώ άκουγα τη μουρμούρα του για την αναισθησία μου και φυσικά τον σιγοντάριζε από πίσω και η γιαγιά, έτσι για ποικιλία…
- Σιόρα δε θα’ ρθεις να φάμε; Άκουσα 2 – 3 ώρες αργότερα όταν το τραπέζι ήταν έτοιμο. Και δεν έμπαινε τότε στο δωμάτιο να μουρμουρίσει γιατί βέβαια το φαγητό δε θα έφευγε από το τραπέζι, αλλά έβλεπα τη μουσουδίτσα του στο άνοιγμα της πόρτας μου… Σηκώθηκα και μια όμορφη μυρουδιά έφτανε από τη κουζίνα… Μοσχοβόλαγε η κρεατόπιτα του παππού και της γιαγιάς, φτιαγμένη με τα χέρια τους, μα πιο πολύ με την απέραντη αγάπη τους για μένα.
Τρώγαμε ευχαριστημένοι, ακούγοντας φυσικά από το παππού να λέει στη γιαγιά «Μη το κουράζεις το μαγκούφι, έσκαβε μέχρι τώρα» και τη γιαγιά να σηκώνει αμέσως και να του δείχνει τα ταλαιπωρημένα χέρια της λέγοντάς του «Μα δε βλέπει μωρέ Βαγγέλη τα ταλαιπωρημένα χέρια μου που δε μπορώ ούτε να χτενιστώ και αυτή η αναίσθητη κοιμάται και εμείς τρέχουμε να της τα προκάμουμε όλα;», «Περίμενε από δαύτους και θα σωθείς» απαντούσε στωικά ο παππούς και συνέχιζε το τσιγάρο του αφού βέβαια μας άκουγαν τα μισά Σιμωτάτα μέχρι να πάρει η γιαγιά τα χάπια της!!!
«Παππουλέτο είσαι υπέροχος. Η πίτα ήταν τέλεια», είπα μόλις τελείωσα. Τους φίλησα και τους δυο και του είπα να μη κουνιστεί από την πατροπαράδοτη καρέκλα του μέχρι να γυρίσω. Και να μαι σε λίγο, καθιστή μπροστά του με ένα τετράδιο, έτοιμη να γράψω τη συνταγή της κρεατόπιτας του παππού
- Σημασία έχει να ξέρεις να διαλέγεις το κρέας. Πάντα να παίρνεις μισό τράγιο μπούτι και μισό χοιρινό. Θα το πλένεις καλά και θα το κόβεις μπουκιές. Όχι μεγάλες, πρόσεχε!
- Θα βάζεις στην κατσαρόλα κομμένο κρεμμύδι, λίγο σκόρδο, λάδι, αλάτι και πιπέρι. Θα το τσιγαρίσεις και θα ρίχνεις το κρέας. Αφού τσιγαριστεί θα ρίχνεις ένα ποτήρι κρασί και θα το αφήσεις να σιγοβράζει. Θα προσθέσεις νερό, ψιλοκκομένη πατάτα(κυβάκια), χυμό ντομάτας. Αν θες και λίγη κανέλα.
- Αφού μαγειρευτούν λίγο, τα βγάζεις από τη φωτιά, βάζεις λίγο ρύζι για να πάρει τα υγρά, τα ανακατεύεις και αν θες προσθέτεις και αρωματικά τυριά και τα ανακατεύεις καλά.
- Έχεις στρωμένο στο ταψί το φύλλο, ρίχνεις τη γέμιση και το σκεπάζεις με το πάνω φύλλο.
- Στο φύλλο να βάζεις πάντα κρασί όταν το ζυμώνεις για να γίνεται τραγανιστό. Ραντίζεις με νερό το φύλλο και βάρτο το ταψί στο φούρνο να τη ψένεις.
- Όταν τελειώσει το ψήσιμο την ξαναγυρίζεις και αφού κρυώσει λίγο την κόβεις…
- Τώρα παράτα με γιατί είμαι αποσταμένος και πάω να μπατάρω λίγο. Κλείσε τις πόρτες μη μπούνε οι γάτες και τα κάνουν όλα λαμπόγυαλο. Μην αργήσεις ωρή γριά να ρτεις να ξεκουραστείς και εσύ λίγο… Μη πω το κεφάλι σου, ξέχασες το ένα χάπι… Πάρτο και έλα…
Γλυκιέ μου παππού και γιαγιά θα σας θυμάμαι πάντα με όλη μου την αγάπη,
η εγγονή σας ,
Κωνσταντίνα

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2009

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΣΙΜΩΤΑΤΩΝ "ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΒΡΑΧΟΣ"

14 Αυγούστου 2008. Μέρα ευλογημένη και χαρούμενη για όλους μας. Γιόρταζε η Παναγία του χωριού μας, η Κοίμηση, που χρόνια ολόκληρα σκέπει και προστατεύει τον καθένα μας όπου και αν βρίσκεται και το κάθε λιανοκέρι που φτάνει από κάθε γωνιά της γης με όποιο τρόπο, παρακαλεί την εικόνα που αγάπησαν και λάτρεψαν οι παππούδες μας, οι γονείς μας και που έχουμε αγαπήσει και εμείς η νέα γενιά, για κάθε τι που μας απασχολεί ή μας στεναχωρεί. Μα πιο πολύ την ευχαριστούμε που κάθε χρόνο στη γιορτή της μας συγκεντρώνει όλους όσους μπορούμε να βρεθούμε προσκυνητές στη χάρη της, να νιώσουμε ζεστασιά, φιλία, αγάπη, χαρά, ευχαρίστηση. Να νιώσουμε το δέσιμο των γενεών και να διαπιστώνουμε κάθε φορά και πιο πολύ πως οι αποστάσεις και ο χρόνος αντί να μας απομακρύνουν μας δένουν πιο πολύ και ξυπνούν μέσα μας νοσταλγία για το παρελθόν, απέραντη χαρά για το σήμερα γι’ αυτό που απολαμβάνουμε, χαρά, ελπίδα και εμπιστοσύνη για το αύριο. Γιατί έχουμε πιστέψει πια πως οι άνθρωποι που έζησαν, ζουν και θα ζήσουν στα Σιμωτάτα θα είναι πάντα φιλικοί, αγαπημένοι και δεμένοι με αυτό το τόπο που όλοι έχουμε αγαπήσει. Θες ο επιβλητικός Αίνος από πάνω μας, θες η απεραντοσύνη της θάλασσας που απλώνεται μπροστά μας, μα κυρίως οι ευχές τόσων αγαπημένων που πέρασαν από δω, έχουν κάνει αυτό το μέρος τόπο συνάντησης, νοσταλγίας και ζωής για όλους μας.
Εμείς τα νέα παιδιά του χωριού μαθαίνοντας από τους γονείς μας για το παρελθόν και ελπίζοντας να διατηρήσουμε όλα όσα βιώνουμε και να κάνουμε κάτι καλύτερο για το χωριό μας, σκεφτήκαμε να δημιουργήσουμε ένα πολιτιστικό σύλλογο, που θα διαιωνίζει την πολιτισμική κληρονομιά του χωριού μας στις επόμενες γενιές. Έτσι μετά από σκέψη και συζητήσεις με μεγάλη χαρά εκείνη τη σημαντική μέρα για το χωριό μας ανακοινώσαμε την ίδρυση του πολιτιστικού συλλόγου με το όνομα «Κόκκινος Βράχος». Δώσαμε στο σύλλογό μας το όνομα του μεγάλου ογκόλιθου που όλοι ξέρουμε και βλέπουμε, που η ιστορία του είναι δεμένη με το χωριό μας, που ξύπναγε τις φαντασιώσεις των παππούδων μας και που σαν γίγαντας επιβλητικός και απρόσιτος, μα συγχρόνως μαγνήτης για όλους μας στέκει εκεί ακλόνητος, σαν φάρος λες, σήμα κατατεθέν του τόπου μας, σύμβολο δύναμης και προσπάθειας.
Σκοπός του συλλόγου μας είναι με τη βοήθεια όλων να συγκεντρωθούν όλα τα στοιχεία που αποτελούν τη Σιμωτέικη πολιτισμική κληρονομιά, ήθη, έθιμα, ιστορίες, ντοκουμέντα, γραφικότητες, δημιουργία ιστοσελίδας στο ιντερνετ, δημιουργία βιβλιοθήκης κλπ σε ένα κοινό χώρο, που είναι το παλιό σχολείο που έμαθαν τα πρώτα γράμματα οι γονείς μας, ώστε οι επόμενες γενιές να γνωρίζουν τις ρίζες και την ιστορία αυτού του χωριού που όλοι έχουμε αγαπήσει. Συνεργαζόμαστε στενά με τους πολιτιστικούς συλλόγους των χωριών του δήμου μας και ιδιαίτερα με τον Αίνο, που τόσο πολλά μας έχει προσφέρει, αλλά και με τους συλλόγους των υπόλοιπων δήμων του νομού μας για να βοηθήσουμε από κοινού να διατηρηθεί η ιδιαιτερότητα και η μοναδικότητα που έχει η πολιτισμική κληρονομιά της αγαπημένης μας Κεφαλονιάς. Θέλουμε να πιστεύουμε πως θα έχουμε τη συμπαράσταση όλων για αυτή μας την προσπάθεια, μα κυρίως θα έχουμε την ευχή των παππούδων μας και των γιαγιάδων μας και φυσικά την ευλογία της Κοίμησης που όλοι σεβόμαστε, πιστεύουμε και αγαπάμε. Εμείς υποσχόμαστε να προσπαθήσουμε για ότι καλύτερο, ευλογημένο και δημιουργικό για το αγαπημένο μας χωριό.